Tag: "Ήθη και Έθιμα"

Η Προέλευση του Εορτασμού των Χριστουγέννων

Η Προέλευση του Εορτασμού των ΧριστουγέννωνΣτα μέσα του χειμώνα συνηθίζονταν διάφοροι εορτασμοί, ακόμα και πριν αρχίσει ο εορτασμός των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου.

Η Βασιλόπιτα

Η ΒασιλόπιταΗ ιστορία της Βασιλόπιτας, είναι μια ιστορία που συνέβη πριν από 1500 χρόνια περίπου, στην πόλη Καισαρεία της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία.

Το κόψιμο της Βασιλόπιτας είναι από τα ελάχιστα αρχέγονα έθιμα που επιβιώνουν. Στην αρχαιότητα υπήρχε το έθιμο του εορταστικού άρτου, τον οποίο σε μεγάλες αγροτικές γιορτές οι αρχαίοι ‘Ελληνες πρόσφεραν στους θεούς. Τέτοιες γιορτές ήταν τα Θαλύσια και τα Θεσμοφόρια. Στα Κρόνια (εορτή του θεού Κ(Χ)ρόνου, που λατρεύονταν στην Ελλάδα και στα Σατουρνάλια (Saturnalia) της Ρώμης, έφτιαχναν γλυκά και πίττες, μέσα στα οποία έβαζαν νομίσματα και σε όποιον τύχαινε το κομμάτι, ήταν ο τυχερός της παρέας…

Η ορθόδοξη παράδοση συνέδεσε το έθιμο με τη Βασιλόπιτα.

Στην πλειοψηφία τους οι Έλληνες κόβουν την Βασιλόπιτα αμέσως μετά την αλλαγή του χρόνου. Σε μερικές όμως, περιοχές της Ελλάδας η Βασιλόπιτα κόβεται στο μεσημεριανό τραπέζι, ανήμερα του Αγίου Βασιλείου την 1η μέρα του χρόνου. Το εθιμοτυπικό, εντούτοις παραμένει το ίδιο. Ο νοικοκύρης την σταυρώνει τρεις φορές με ένα μαχαίρι και μετά αρχίζει να κόβει τα κομμάτια. Το πρώτο είναι του Χριστού, το δεύτερο της Παναγίας, το τρίτο του Αγίου Βασιλείου, το τέταρτο του σπιτιού και ακολουθούν τα κομμάτια των μελών της οικογένειας με σειρά ηλικίας. Κατόπιν ακολουθεί ένα τελευταίο κομμάτι, αυτό του φτωχού. Σε κάποιες περιοχές, κυρίως αγροτικές, κόβονται και δύο κομμάτια επιπλέον. Ένα για τα ζώα και ένα για τα σπαρτά. Όποιος βρει στο κομμάτι του το κρυμμένο φλουρί θεωρείται ο τυχερός της χρονιάς και συνήθως μαζί με το φλουρί ο νοικοκύρης του δίνει ένα δώρο ή ένα χρηματικό ποσό. Αν το φλουρί πέσει στα κομμάτια του Χριστού, της Παναγίας ή του Αγίου Βασιλείου, το ποσό αυτό δίνεται στην εκκλησία, ενώ αν πέσει στο κομμάτι του φτωχού το ποσό δίνεται σε κάποιον ζητιάνο.

Ας δούμε όμως ποια είναι η καταγωγή του εθίμου της Βασιλόπιτας. Βρισκόμαστε στον 4ο αιώνα μ.Χ. στην Καισάρεια της Μικράς Ασίας. Πρεσβύτερος των χριστιανών της περιοχής εκείνο τον καιρό, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αγίους της εκκλησίας μας, ο Μέγας Βασίλειος. Την ίδια εποχή αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Ιουλιανός, που έμεινε στην ιστορία γνωστός με το όνομα Ιουλιανός ο Παραβάτης. Σε μια από τις εκστρατείες του κατά των Περσών, ο Ιουλιανός πέρασε από την Καισάρεια. Εκεί έγινε δεκτός από τον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος του πρόσφερε τρία κριθαρένια ψωμιά. Σημειωτέον ότι οι κάτοικοι της Καισάρειας ήταν στην πλειοψηφία τους φτωχοί άνθρωποι και ότι ο Ιουλιανός είχε ζητήσει να του προσφέρουν ό,τι έχουν, εννοώντας όμως και περιμένοντας χρυσάφι και πολύτιμα δώρα. Θυμωμένος από τα τρία κριθαρένια ψωμιά έστειλε, μετά την αναχώρηση του, ως ανταπόδοση τρεις μπάλες σανό. Ο Μέγας Βασίλειος τότε του απάντησε τα εξής: «Όπως μας ζήτησες, εμείς σου προσφέραμε αυτό που έχουμε και τρώμε. Το ίδιο πιστεύουμε έκανες και εσύ. Σε ευχαριστούμε».

Η ΒασιλόπιταΗ απάντηση του Αγίου Βασιλείου θύμωσε περισσότερο τον Ιουλιανό, ο οποίος ορκίστηκε ότι γυρνώντας από την εκστρατεία θα καταστρέψει την Καισάρεια. Πέρασε ο καιρός και τα νέα ότι ο Ιουλιανός επιστρέφει έφτασαν στον Μέγα Βασίλειο. Εκείνος προσπαθώντας να σώσει το ποίμνιο του, κάλεσε όλους τους πιστούς να προσφέρουν ό,τι πολύτιμο είχαν, ώστε να δοθεί στον Ιουλιανό και να κατευναστεί έτσι ο θυμός του. Ο λαός έκανε όπως του είπε ο ποιμενάρχης του και συγκεντρώθηκαν τα πολύτιμα αντικείμενα. Κατόπιν ο Μέγας Βασίλειος και ο λαός έκαναν αγρυπνία και προσεύχονταν για την σωτηρία τους. Στην διάρκεια της αγρυπνίας αυτής, ο Μέγας Βασίλειος είδε ένα όραμα. Στο όραμα αυτό η Παναγία έστειλε τον Άγιο Μερκούριο και στρατιά Αγγέλων κατά του Ιουλιανού. Το όραμα όμως απλά φανέρωσε στον Άγιο τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα λίγο έξω από την Καισάρεια. Έτσι, ο κίνδυνος εξέλειψε και τα πολύτιμα αντικείμενα έπρεπε να επιστραφούν στους κατόχους τους. Για να μην μπουν στον πειρασμό να πάρουν κάτι που δεν τους ανήκε, ο Μέγας Βασίλειος έδωσε εντολή να ζυμωθούν μικρές πίτες και μέσα σε αυτές να τοποθετηθούν τα πολύτιμα αντικείμενα που έπρεπε να μοιραστούν. Οι πίτες αυτές μοιράστηκαν στους πιστούς και ως εκ θαύματος, ο καθένας βρήκε στην πίτα που πήρε ό,τι είχε προσφέρει για την σωτηρία από τον Ιουλιανό.

Από τότε φτιάχνουμε κι εμείς τη Βασιλόπιτα με το φλουρί μέσα, την πρώτη μέρα του χρόνου, τη μέρα του Αγίου Βασιλείου. Η Βασιλόπιτα, αγιοβασιλιάτικο έθιμο πολλών αιώνων, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, για να μας θυμίζει την αγάπη και την καλοσύνη αυτού του Άγιου ανθρώπου.

Οι Καλικάντζαροι

ΚαλικάντζαροιΛέγανε οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους για να κάθονται ήσυχα ότι κάθε νύχτα του Δωδεκαήμερου στους δρόμους του χωριού και στα χαλάσματα κυκλοφορούν οι τρομεροί Καλικάντζαροι!

Μα τι ήταν αυτοί οι καλικάντζαροι; Όπως λοιπόν έλεγαν οι παλιές γιαγιάδες, ήταν αερικά, ξωτικά.

Η πιο δημοφιλής κατηγορία όντων της λαϊκής μας παράδοσης είναι αναμφίβολα οι καλικάντζαροι. Η φαντασία του λαού μας σχετικά με το πώς είναι αυτά τα όντα οργιάζει.

Η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως όταν οι ψυχές έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.

Πολύ αργότερα, οι Βυζαντινοί γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες. Ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά και για να γλιτώσουν απ’ αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι, όμως, έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με τον Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.

Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού μας κι η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά-σιγά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλάσματα που τα ονόμασε καλικάντζαρους.

Τι είναι, όμως τελικά οι καλικάντζαροι; Οι γιαγιάδες μας παλιά έλεγαν πως είναι αερικά, ξωτικά. Σύμφωνα με σύγχρονη δοξασία, πρόκειται για «δαιμόνια» που εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου – 6 Ιανουαρίου). Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα». Έτσι βρίσκουν ευκαιρία οι καλικάντζαροι ν’ αλωνίσουν τον κόσμο.

Κάποιοι πιστεύουν πως οι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, ασχημομούριδες, ψηλοί και ξερακιανοί. Άλλοι λένε ότι φοράνε σιδεροπάπουτσα. Για άλλους, έχουν κόκκινα μάτια, πόδια τράγου και τριχωτό σώμα. Καθένας τους έχει κι από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλοι στραβοχέρηδες, στραβοπρόσωποι, με καμπούρα ή ουρά. Είναι διχόγνωμα όντα και φιλόνικοι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μία δουλειά και όλα τα αφήνουν στη μέση. Γι’ αυτό και δεν μπορούν να κάνουν κακό και στους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η μεγάλη τους επιθυμία. Όσο, όμως, και αν διαφωνεί ο λαός για το πώς μοιάζουν οι καλικάντζαροι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα: στην ατελείωτη βλακεία και κουταμάρα τους.

Καθώς η παράδοση ρίζωνε, οι καλικάντζαροι απέκτησαν και άλλα ονόματα όπως: καλιοντζήδες, καλκάνια, καλιτσάντεροι, καρκάντζαροι, σκαλικαντζέρια, σκαντζάρια, τζόγιες, βερβελούδες, καλλισπούρδοι, καρκαλάτζαροι, καρκατσέλια, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, κολοβελόνηδες, λυκοκάντζαροι, μνημοράτοι, παγανοί, παρωρίτες, πλανητάροι, σιφιώτες, τσιλικρωτά, σταχτοπάτηδες κ.α.

ΚαλικάντζαροιΟλόκληρο το χρόνο οι καλικάντζαροι ζουν κάτω από τη γη, προσπαθώντας άλλος με τσεκούρι, άλλος με πριόνι ή μπαλτά και άλλοι με τα νύχια και τα σουβλερά τους δόντια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Κόβουν-κόβουν, μέχρι που έχει απομείνει πολύ λίγο ακόμα, αλλά τότε έρχονται τα Χριστούγεννα και, επειδή φοβούνται μην πέσει η γη και τους πλακώσει, λένε “αφήστε το να πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του”. Ανεβαίνουν λοιπόν πάνω στη γη για να τυραννήσουν τους ανθρώπους και τα Θεοφάνεια που γυρίζουν, βλέπουν το δέντρο ολάκερο, ακέραιο, άκοπο. Και πάλι κόβουν και πάλι έρχονται τα Χριστούγεννα, και όλο απ’ την αρχή.

Και τι δεν κάνουν οι καλικάντζαροι ξεπροβάλλοντας ένας-ένας από τις τρύπες τους πάνω στη γη. Την παραμονή των Χριστουγέννων ανεβαίνουν στη γη και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα για να μπουν μέσα στα σπίτια. Αν και είναι κακά και πονηρά όντα, δεν μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, γι’ αυτό και οι γυναίκες ακόμα τα περιπαίζουν και τα βρίζουν και τα λεν σταχτοπόδηδες, σταχτιάδες, κατουρλήδες κ.λ.π.

Αλλοίμονο σε κείνον που θα πρέπει να βγει τη νύχτα και να πάει σε μακρινή δουλειά. Παρουσιάζονται μπροστά του οι καλικάντζαροι με διάφορες μορφές για να τον εκφοβίσουν ή να τον βλάψουν. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, τον καβαλικεύουν και χορεύουν γύρω του, εμποδίζοντάς τον να γυρίσει σπίτι. Η μανία τους, όμως, είναι να πειράζουν προπάντων τις κακόμοιρες τις γριές.

Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια και κάνοντας μεγάλη φασαρία. Τις νύχτες του Δωδεκαήμερου μπαίνουν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, γι’ αυτό και τα τζάκια είναι αναμμένα όλο το δωδεκαήμερο και έχουν πολύ φωτιά, γιατί τη φοβούνται πολύ. Αν καταφέρουν και μπουν σε κάποιο σπίτι, αρχίζουν να ανακατεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους και να κάνουν ζημιές, μα πιο πολύ θέλουν να μαγαρίσουν τα φαγητά. Ό,τι βρουν απλωμένα τα ποδοπατούν. Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα, στους λύχνους που παλαιότερα χρησιμοποιούσαν για το φωτισμό στα χωριά. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο. Όταν οι νοικοκυρές ψήνουν τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα στο τηγάνι από αλεύρι (πλαστά), οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στην καπνοδόχο και απλώνουν το χέρι τους ως κάτω στην εστία (γιατί μπορούν να απλώνουν και να μακραίνουν τα χέρια τους και τα πόδια τους όσο θέλουν) και ζητούν ή βουτούν ότι υπάρχει στο τηγάνι ή στη θράκα. Η πιο αγαπημένη τροφή, όμως, των καλικαντζάρων είναι το χοιρινό κρέας και κυρίως το παστό του (το πάχος), το οποίο όταν ψήνεται και πέφτει στη θράκα, σκορπάει μια πολύ ευώδη και πολύ ευάρεστη μυρωδιά.

Γι’ αυτό οι νοικοκυραίοι για να γλιτώσουν από δαύτους σκεπάζουν το χοιρινό με σπαράγγια. Το σπαράγγι όταν είναι χλωρό είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν όμως παλιώσει γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος και γι’ αυτό σκεπάζουν μ’ αυτές το χοιρινό για να μην πλησιάζουν οι καλικάντζαροι. Με σπαράγγια επίσης σκεπάζουν και τα λουκάνικα και οτιδήποτε έχουν ετοιμάσει που έχει σαν πρώτη ύλη το χοιρινό.

ΚαλικάντζαροιΕπίσης, οι νοικοκυρές μαζεύουν μέσα στο σπίτι ό,τι αγγεία βρίσκονται έξω και βάζουν στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα ένα κόσκινο. Οι καλικάντζαροι, ως περίεργοι που είναι και πάρα πολύ βλάκες αρχίζουν να μετρούν τις τρύπες: «ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο» Παρακάτω δεν ξέρουν να μετρήσουν γιατί μπερδεύονται. Έτσι, χάνουν την ώρα τους, έχει πια ξημερώσει και οι καλικάντζαροι πρέπει να εξαφανιστούν.

Άλλοι κρεμούν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, ή ένα δερμάτινο παλιοπάπουτσο ή ρίχνουν αλάτι στη φωτιά. Η απαίσια μυρωδιά του καμένου δέρματος και ο κρότος από το αλάτι κρατάει τους καλικάντζαρους μακριά.

Άλλοι πάλι, κρεμούν στο χερούλι της πόρτας μία τούφα λινάρι. Μέχρι να μετρήσουν οι καλικάντζαροι τις τρίχες του λιναριού φτάνει το ξημέρωμα και όπου φύγει φύγει.

Ένα ακόμα όπλο εναντίων των καλικαντζάρων είναι το λιβάνι. Το σιχαίνονται και γι’ αυτό οι νοικοκυρές θυμιατίζουν το σπίτι κάθε απόγευμα και αφήνουν το θυμιατήρι να λιβανίζει δίπλα στο τζάκι καθ΄ όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου.

Του “Σταυρού” που περνάει ο Παπάς και αγιάζει τα σπίτια οι καλικάντζαροι, όπου φύγει-φύγει.

«Φεύγετε να φεύγουμε
τι έρχεται ο τουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.
Μας άγιασε μας έβρεξε
και μας εκατέκαψε!» ή «και θα μας μαγαρίσει»

Υπάρχουν, όμως, και φυτά που διώχνουν τους καλικάντζαρους και ταυτόχρονα φέρνουν καλή τύχη για τον καινούργιο χρόνο. Ένα τέτοιο φυτό, που βάζουμε ακόμα και σήμερα στα σπίτια μας τέτοιες μέρες είναι η κρεμμύδα. Η Χρυσοβασιλίτσα, όπως αλλιώς τη λένε, ακόμα και ξεχασμένη σε κάποια γωνιά του σπιτιού, βγάζει φύλλα τέτοια εποχή, και ξαναρχίζει τον κύκλο της ζωής της. Σαν το φως που ξαναγεννιέται στο χειμερινό ηλιοστάσιο, μας εύχεται καλές γιορτές και υγεία για την καινούργια χρονιά.

Άλλοι τρόποι για να αποφύγουν οι νοικοκυραίοι τους καλικάντζαρους είναι το σημείο του Σταυρού στη πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού, ο Αγιασμός των σπιτιών και μάλιστα τη παραμονή των Φώτων καθώς και η απαγγελία του «Πάτερ ημών»

ΚαλικάντζαροιΥπάρχουν, όμως, και εκείνοι που θέλουν να τους καλοπιάσουν και τους πετούν γλυκά και τηγανίτες στην καπνοδόχο ή στις στέγες των σπιτιών.

Ο πιο γνωστός καλικάντζαρος είναι ο «Μανδρακούκος ο αρχηγός». Ο «Μανδρακούκος ο Ζυμαρομύτης» κρατάει για σκύπτρο την ποιμαντορική του γκλίτσα και συχνάζει στα μαντριά και τα βοσκοτόπια. Η σκούφια του, που την έχει υφάνει μόνος του από γουρουνότριχες, δεν φτάνει να σκεπάσει τα αυτιά του, που είναι μεγάλα σαν του γαϊδάρου. Έχει και μία τεράστια μύτη που του κρέμεται σαν μαλακό ζυμάρι. Ο Μανδρακούκος ρίχνει γάντζο από την καμινάδα και κλέβει λουκάνικα από την φωτιά και πειράζει τα πρόβατα στα βοσκοτόπια.

Με την αναχώρηση των καλικάντζαρων την ημέρα των Φώτων, η στάχτη από το τζάκι μαζεύεται και το τζάκι καθαρίζεται. Η στάχτη πετιέται σε μέρος που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο (αλυσίβα, λίπασμα κ.λ.π.).

Επίσης, καθαρίζονται και οι κοπριές των ζώων από τα κατώγια και οι άνθρωποι πλένονται, το εικονοστάσι καθαρίζεται, αλλάζει το νερό στο καντήλι κ.λ.π. γιατί οι σταχτοπάτηδες πέρα από τα προβλήματα που έχουν προξενήσει στους νοικοκυραίους έχουν μαγαρίσει και όλους τους χώρους, γι’ αυτό τους λέμε και κατουρλήδες.

Δεν ξέρω αν οι Καλικάντζαροι τρόμαζαν ποτέ στ’ αλήθεια τους ανθρώπους, μιας και η μορφή που τους έδιναν και τα πράγματα που έκαναν ήταν πιο πολύ διασκεδαστικά, παρά τρομακτικά.

Η Χριστουγεννιάτικη Κάρτα

Η Χριστουγεννιάτικη ΚάρταΟι Χριστουγεννιάτικες και Πρωτοχρονιάτικες κάρτες, αγγελιοφόροι ευχών και μηνυμάτων, αποτελούν αναπόσπαστο συμπλήρωμα των Εορτών.

Στις κάρτες απεικονίζονται κατά κύριο λόγο η γέννηση του Χριστού με τη φάτνη, οι τρεις μάγοι με τα δώρα, άγγελοι και αστέρια. Το στερεότυπο κείμενο ευχών στις κάρτες είναι το “Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένος ο Καινούριος Χρόνος”.

Το έθιμο της αποστολή δώρων και άλλων γουριών τις άγιες μέρες των Χριστουγέννων συνηθιζόταν στην καλή κοινωνία από την εποχή του Μεσαίωνα. Μαθαίνουμε ότι ήταν της μόδας τότε να στολίζονται τα αριστοκρατικά σαλόνια με ξυλόγλυπτες θρησκευτικές παραστάσεις που έφερναν μαζί τους οι καλεσμένοι στο εορταστικό δείπνο. Για τους συγγενείς που βρίσκονταν σε άλλες πόλεις, οι παραγγελίες για τα ξυλόγλυπτα έργα συνοδεύονταν πάντα με διεύθυνση αποστολής, για να ταχυδρομηθούν εγκαίρως.

Περίτεχνες παραστάσεις με ευχές για τύχη και καλή υγεία στην οικογένεια του παραλήπτη συνόδευαν το δέμα με τα δώρα του αποστολέα.

Έτσι, σιγά-σιγά φτάσαμε μέχρι το 1843, όταν ο Callcott Horsley από την Αγγλία, έλαβε εντολή από τον Sir Henry Cole για να σχεδιάσει μια πρωτότυπη παράσταση επάνω σε εύχρηστο υλικό, σε 1.000 αντίτυπα. Η εικόνα περιλάμβανε ένα σκηνικό βικτωριανού χαρακτήρα που έδειχνε μια οικογένεια γύρω από το γιορτινό τραπέζι, ενώ γύρω υπήρχαν μικρότερες παραστάσεις, όπως μια άμαξα φορτωμένη με δώρα και άλλα σχετικά, μαζί με ένα κείμενο που έγραφε «Χαρούμενα Χριστούγεννα και Ευτυχισμένο το Νέο Έτος». Η εικόνα αυτή, φτιάχτηκε με τη μέθοδο της λιθογραφίας, σε σκούρα σέπια, επάνω σε χοντρό χαρτόνι και οι λεπτομέρειές της ζωγραφίστηκαν με το χέρι, ενώ στο κάτω μέρος έφερε την υπογραφή του ίδιου του Sir Henry Cole, ο οποίος στη συνέχεια ανέλαβε να πουλήσει την κάρτα, και να αφιερώσει τα έσοδα για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Την πατρότητά της, όμως, διεκδικεί και ο William Endley, ο οποίος φέρεται ως ο σχεδιαστής της πρώτης κάρτας το 1842, που βρίσκεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο.

Στις ΗΠΑ, ο κύριος Pease, ιδιοκτήτης ενός καταστήματος στο Albany της Ν. Υόρκης, κατασκεύασε στα μέσα του 19ου αιώνα μία κάρτα με «Χριστουγεννιάτικες ευχές από το μεγάλο κατάστημα του Pease, το ναό της μόδας».

Η Δανία θεωρείται ότι είναι η χώρα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις καρτών. Διακινεί κάθε χρόνο 50.000.000 κάρτες. Στην Ελλάδα οι κάρτες παρουσιάστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα από Έλληνες μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και στην Αυστραλία.

Στις μέρες μας, οι ηλεκτρονικές διαδικτυακές κάρτες έχουν αντικαταστήσει τις παραδοσιακές χάρτινες κάρτες, ενώ επιτρέπουν την άμεση και χωρίς τη γνωστή καθυστέρηση του συμβατικού ταχυδρομείου αποστολή των γιορτινών ευχών σας στα αγαπημένα σας πρόσωπα.

Το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο

Το Χριστουγεννιάτικο ΔέντροΤο χριστουγεννιάτικο δέντρο αποτελεί μια από τις πιο γνωστές παραδόσεις των Χριστουγέννων.

Στην ουσία το χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι ένα αειθαλές κωνοφόρο δέντρο το οποίο τοποθετείται στο εσωτερικό ενός σπιτιού ή στην αυλή και στολίζεται με χριστουγεννιάτικα φωτάκια και χρωματιστά στολίδια κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων.

Σύμφωνα με την παράδοση, το χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν διακοσμείται έως την παραμονή των Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου) και δεν πρέπει να παραμείνει στολισμένο αργότερα από τις 6 Ιανουαρίου.

Ο στολισμός και η παραμονή του δέντρου στο σπίτι τις παραπάνω μέρες θεωρείται κακοτυχία. Σήμερα λόγω της ευρείας εμπορευματοποίησης της γιορτής των Χριστουγέννων τα δέντρα στολίζονται πολύ νωρίτερα και ειδικά τα μαγαζιά στολίζουν από τον Οκτώβριο.

Στην Αμερική, το δέντρο στολίζεται συνήθως αμέσως μετά από την γιορτή των Ευχαριστιών (τέταρτη εβδομάδα του Νοεμβρίου) και φυλάσσεται μέχρι τον ερχομό του νέου έτους.

Στην Ευρώπη, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα δεν στολίζονται έως τα μέσα Δεκεμβρίου ενώ φυλάσσονται μέχρι τις αρχές του επόμενου έτους (6 Ιανουαρίου).

Τέλος, οι καθολικοί φυλάσσουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου.

Το Γκι

Το ΓκιΜήνας γιορτών ο Δεκέμβρης και τα κλαδιά ελάτου και γκι έκαναν την εμφάνισή τους στα σπίτια μας. Ένα εντυπωσιακό χριστουγεννιάτικο στεφάνι από γκι, στολισμένο με κόκκινη κορδέλα από κεντημένο τούλι καλωσορίζει τους επισκέπτες στην εξώπορτα με τον πιο ζεστό τρόπο αυτές τις ημέρες. Ένα στεφάνι που θα έχει ξεχωριστή αξία αν το φτιάξουμε μόνοι μας, αγοράζοντας κλαδιά γκι από τις υπαίθριες αγορές.

Λίγοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν ότι οι ρίζες της ιστορίας του γκι βρίσκονται στα αρχαία χρόνια. Οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε μονάχα πως για να έχουμε μια χρονιά ευημερίας και ευτυχίας με τον αγαπημένο ή την αγαπημένη μας, αρκεί να ανταλλάξουμε μαζί του φιλιά κάτω από ένα κλαδί γκι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.

Ένας παλιός μύθος λέει ότι το γκι φύτρωσε για πρώτη φορά στις πατημασιές του Χριστού όταν βάδιζε στη γη και τα αγκαθωτά φύλλα του αλλά και οι κόκκινοι καρποί του συμβολίζουν τα μαρτύρια του Σωτήρα και τις σταγόνες από το αίμα του, λόγος για τον οποίο το γκι λέγεται και «αγκάθι του Χριστού» σε πολλές γλώσσες της Βόρειας Ευρώπης. Πιθανότατα, η σχέση με αυτούς τους μύθους ήταν ο λόγος που το γκι ονομάστηκε και «Άγιο Δέντρο», όπως αναφέρεται από τους παλιότερους συγγραφείς.

Στην πραγματικότητα, ο ιξός, όπως είναι η ελληνική ονομασία του φυτού, είναι μία από τις χριστιανικές παραδόσεις, ειδωλολατρικής όμως προέλευσης, και δεν έχει κανένα χριστιανικό συμβολισμό. Έλκει την καταγωγή του από τις παγανιστικές τελετές. Λέγεται ότι οι χριστουγεννιάτικες διακοσμήσεις προέρχονται από ένα έθιμο των Ρωμαίων, οι οποίοι συνήθιζαν να στέλνουν κλαδιά δέντρων μαζί με άλλα δώρα στους φίλους τους, κατά τη διάρκεια του εορτασμού της Saturnalia. Το έθιμο αυτό υιοθετήθηκε και από τους πρώτους χριστιανούς. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται με την απαγόρευση της Εκκλησίας, αρκετά νωρίς, να διακοσμούνται τα σπίτια με κλαδιά δέντρων την ίδια εποχή με τους ειδωλολάτρες, καθώς η Saturnalia ξεκινούσε περίπου μία εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα.

Το γκι, όμως, υπάρχει ήδη από τα αρχαία χρόνια. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι αν το γκι φυτευτεί κοντά σε ένα σπίτι ή αγρόκτημα διώχνει μακριά το δηλητήριο, το προστατεύει από τους κεραυνούς και τη μαγεία, ενώ τα λουλούδια του κάνουν το νερό να παγώνει. Λέγεται ακόμα πως, αν πετάξει κανείς κομμάτι ξύλου από τον κορμό του σε οποιοδήποτε ζώο (ακόμα και χωρίς να το αγγίξει), έχει την ιδιότητα να κάνει τα ζώα να γυρίσουν πίσω και να ξαπλώσουν δίπλα του.

Σίγουρα, όμως, πιο ξεχωριστή θα είναι η στιγμή που θα δοθεί το πολυαναμενόμενο φιλί με το αγαπημένο μας πρόσωπο κάτω από το γιορτινό αυτο φυτό.

Η προέλευση των διακοσμήσεων με το συγκεκριμένο φυτό φαίνεται να συνδέεται και με τους Δρυίδες, οι οποίοι διακοσμούσαν τις καλύβες τους με αειθαλή δέντρα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, για να τα χρησιμοποιούν τα πνεύματα του δάσους ως κατοικία τους.

Όποια όμως και να είναι η προέλευση του γκι, το σίγουρο είναι ότι σε πολλά εκκλησιαστικά ημερολόγια βρίσκουμε την παραμονή των Χριστουγέννων να αναφέρεται ως η ημέρα που οι εκκλησίες είναι δαφνοστόλιστες και το έθιμο του στολισμού είναι ριζωμένο το ίδιο βαθιά στη σύγχρονη εποχή όπως και στους ειδωλολάτρες ή τους πρώτους Χριστιανούς.

Η παράδοση του φιλιού

Οι βόρειοι λαοί, και κυρίως οι Άγγλοι, πιστεύουν ότι το γκι είναι το σύμβολο της αγάπης, της ειρήνης και της ευημερίας, γι’ αυτό άλλωστε και το επιλέγουν για να στολίσουν μ’ αυτό τα σπίτια τους τα Χριστούγεννα και το νέο έτος.

Σε ό,τι αφορά στις παραδόσεις που σχετίζονται με το φιλί κάτω από τον ιξό, αυτές προέρχονται από τον ρωμαϊκό εορτασμό της Saturnalia, οπότε και οι άνθρωποι πίστευαν ότι το φιλί κάτω από το γκι προήγε τη γονιμότητα. Σε πολλούς άλλους πολιτισμούς, όπως οι Κέλτες, αναφέρεται ότι ο ιξός είχε μαγικές ιδιότητες και χρησιμοποιούνταν ως αντίδοτο του δηλητηρίου, ενώ θεωρείτο ιερό φυτό και μάλιστα χρησιμοποιείτο στις τελετές των Δρυίδων.

Αυτό που πιθανότατα προσέθετε στη γοητεία και το μυστήριο του φυτού είναι ο τρόπος πολλαπλασιασμού του. Οι καρποί του, που μοιάζουν με κερασάκια, τρώγονται από τα πουλιά και οι σπόροι τους μπορούν να γονιμοποιηθούν μόνο αφού περάσουν από το πεπτικό σύστημα των πουλιών.

Σύμφωνα, τέλος, με τη μυθολογία των Σκανδιναβών, η θεά της αγάπης, Frigga συνδέεται με το γκι. Ο γιος της Frigga, Balder δεν μπορούσα να πληγωθεί από τίποτα πάνω ή κάτω από τη γη. Ένας εχθρός, όμως του Balder, ο Loki, θεός του κακού, ήξερε πως μόνο ένα φυτό δεν φυτρώνει ούτε πάνω ούτε κάτω στη γη και αυτό ήταν το γκι, που φυτρώνει μόνο πάνω στον κορμό της μηλιάς και της βελανιδιάς. Έφτιαξε, λοιπόν, ένα βέλος από γκι και σκότωσε τον Balder. Για τρεις μέρες, όλα τα στοιχεία του σύμπαντος προσπαθούσαν να επαναφέρουν τον Balder στη ζωή. Τελικά, η μητέρα του Frigga κατάφερε να τον επαναφέρει. Η παράδοση λέει ότι τα δάκρυα που έχυσε για τον γιο της μεταμορφώθηκαν σε κόκκινους καρπούς πάνω στο γκι και από τη χαρά της η Frigga φιλούσε όποιον πέρναγε κάτω από το φυτό.

Η ιστορία αυτή μπορεί να αποτέλεσε και την απαρχή του εθίμου να φιλιούνται οι ερωτευμένοι κάτω από το γκι στην είσοδο του σπιτιού.

Η Γαλοπούλα

Η ΓαλοπούλαΗ γεμιστή γαλοπούλα έχει πάντα μια ξεχωριστή θέση στο γιορτινό μας τραπέζι.

Πρόκειται για ένα έθιμο που έχουν υιοθετήσει πολλές χώρες του κόσμου, ενώ λέγεται ότι το έθιμο έφεραν πρώτοι στην Ευρώπη οι Ισπανοί το 1824 μ.Χ από το Μεξικό και εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ισπανία, τη Γαλλία και την Αγγλία.

Από πολύ παλιά υπήρχε το έθιμο να σερβίρεται στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι πουλερικό και κυρίως χήνα. Πίστευαν πως η χήνα είναι πτηνό του Ήλιου και όποιος την έτρωγε εξασφάλιζε την προστασία του.

Η γαλοπούλα καθιερώθηκε ως το κατεξοχήν γιορτινό φαγητό γιατί θεωρείτο ένα ασυνήθιστο πουλερικό και μαγειρευόταν μόνο σε μεγάλες γιορτές.

Στην Ελλάδα, η γαλοπούλα μαγειρεύεται την Πρωτοχρονιά. Παλιότερα, η συνήθεια ήταν να φτιάχνουν κότα ή “κούρκο” (γαλοπούλα) γεμιστό με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρεμμύδι πιπέρι και μαϊντανό, όλα καβουρδισμένα.

Ωστόσο, σε αρκετές περιοχές της χώρας μας διατηρείται το έθιμο της κοτόσουπας, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία και στην Κρήτη. Παλαιότερα η κοτόσουπα αποτελούσε το κυρίως πιάτο που έτρωγαν οι Έλληνες όταν επέστρεφαν από την εκκλησία.

Ο Αϊ-Βασίλης

Ο Αϊ-ΒασίληςΤην παραμονή των Χριστουγέννων, σ’ ολόκληρο τον κόσμο, τα παιδιά κρεμούν τις κάλτσες τους και περιμένουν με λαχτάρα τον Αϊ-Βασίλη…

Προικισμένος με εξαιρετικές δυνάμεις, χωρίς τους ανθρώπινους περιορισμούς, μπορεί να κάνει το γύρο του κόσμου μέσα σε μία και μόνη νύχτα και δεν έχει καμία δυσκολία να βρίσκεται ταυτόχρονα σε αμέτρητα μέρη.

Ο Άγιος Βασίλης ή Αϊ-Βασίλης αποτελεί σήμερα μια διεθνή λαογραφική μορφή η οποία διανέμει δώρα σε παιδιά και ενηλίκους που υπήρξαν “καλοί” κατά τη διάρκεια του χρόνου. Είναι κυρίαρχο πρόσωπο του εορτασμού της Πρωτοχρονιάς και των Χριστουγέννων. Η γνωστή παρουσία του με κόκκινη στολή, λευκή γενειάδα, πάντα χαμογελαστός, με το σάκο γεμάτο με δώρα, πάνω σε έλκηθρο που το σέρνουν ζωηρά ελάφια ή τάρανδοι, αποτελεί σήμερα σε παγκόσμια κλίμακα τον πλέον αγαπημένο ήρωα των παιδιών τις ημέρες αυτές των εορτών, ακόμη και σε χώρες μη χριστιανικές. Ξεκινά κάθε χρόνο από την Λαπωνία, χώρα του Βορρά, παραμονές πρωτοχρονιάς, για να χαρίσει δώρα σε όλα τα παιδιά της γης.

Προέλευση της μορφής

Η σημερινή μορφή του Άϊ-Βασίλη, που ξέρουμε πλέον όλοι, διαμορφώθηκε από τον Αμερικανό σκιτσογράφο Τόμας Ναστ το 1862, με βάση παλαιότερες ευρωπαϊκές παραδόσεις. Η κόκκινη στολή και η άσπρη γενειάδα φαίνεται ότι καθιερώθηκε το 1931 όταν γνωστή αμερικάνικη εταιρεία αναψυκτικών παρουσίασε τον Αϊ-Βασίλη με πρωτοχρονιάτικα δώρα τα προϊόντα της εταιρείας στα χρώματα βεβαίως εκείνης. Η διαφήμιση δε αυτή υπήρξε εμπορικά τόσο επιτυχής που έμελλε να γίνει σήμα δημοτικότητάς του ανά τον κόσμο.

Ιστορικά στοιχεία

Στη Δύση το πρόσωπο του Αγίου Βασιλείου έχει ταυτιστεί με την ιστορία του Αγίου Νικολάου που φημιζόταν για τη γενναιοδωρία του. Στην ιστορία του Αγίου Νικολάου οι βόρειοι λαοί έχουν προσθέσει στοιχεία των δικών τους παραδόσεων (τάρανδοι, έλκηθρο, άστρο του Βορρά, μεγάλες κάλτσες κλπ), μια κουλτούρα που τον συνοδεύει μέχρι και σήμερα. Στα ελληνικά δεδομένα η μετατροπή αυτή φαίνεται να πέρασε περίπου στη δεκαετία του 1950-1960, κυρίως στον αστικό πληθυσμό, από τους “συγγενείς” μετανάστες που με τις ευχητήριες κάρτες τους εισήγαγαν τον “Δυτικό” Άϊ-Βασίλη.

Για τους Ορθόδοξους χριστιανούς ο Αϊ-Βασίλης ανάγεται στον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος έζησε στη Καππαδοκία της Μικράς Ασίας και αφιέρωσε όλη του σχεδόν τη ζωή στη βοήθεια προς τον συνάνθρωπο, ενώ θεωρείται στη παγκόσμια ιστορία ως ο εμπνευστής αλλά και πρώτος δημιουργός της οργανωμένης φιλανθρωπίας. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Μέγας Βασίλειος ήταν ψηλόλιγνος, με μαύρα μάτια και γένια. Ακόμη και ο Άγιος Νικόλαος στην Ορθόδοξη παράδοση αγιογραφείται ως ισχνός ασπρογένης γέροντας.

Ο Μέγας Βασίλειος πέθανε την 1 Ιανουαρίου του 379. Αυτή η ημερομηνία, ημέρα θανάτου του, διατηρούμενη στη παράδοση, θεωρήθηκε απ’ όλους τους χριστιανικούς λαούς ότι φέρνει ευλογία και καλή τύχη στη νέα χρονιά. Γι’ αυτό και την ημέρα της Πρωτοχρονιάς περιμένουμε όλοι τον Άγιο Βασίλη να ευλογήσει τα σπιτικά μας και να πάρει το δικό του κομμάτι από την βασιλόπιτα. Στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, πέρα από τα παινέματα, κύριο πρόσωπο είναι ακριβώς ο Μέγας Βασίλειος για το έργο του οποίου γίνεται υπενθύμιση στον σπιτονοικοκύρη ώστε να το επαναλάβει επ’ ωφελεία βεβαίως των παιδιών που ψάλλουν τα κάλαντα.

Το Ποδαρικό

Το ΠοδαρικόΤο έθιμο του ποδαρικού είναι ένα έθιμο που δεν ξεκίνησε μέσα από τα χριστιανικά περιβάλλοντα αλλά έχει συμβολική σημασία.

Οι νοικοκυραίοι πιστεύουν ότι αν ένας τυχερός και γουρλής άνθρωπος μπει στο σπίτι τους μόλις αλλάξει ο χρόνος και ευχηθεί όλα τα αγαθά, τότε θα πάει καλά όλη η χρονιά, η οικογένεια θα έχει υγεία, ευτυχία, αγάπη και όλες τις οικονομικές ανέσεις.

Πολλές φορές, από την παραμονή κιόλας, λένε σε κάποιο δικό τους άνθρωπο να έρθει αμέσως μετά την αλλαγή του χρόνου να τους κάνει ποδαρικό. Συνήθως προτιμούν ένα μικρό παιδί (αγόρι, αν το σπίτι έχει πολλά κορίτσια, αλλιώς κορίτσι), επειδή τα παιδιά είναι αθώα και αγνά και στην καρδιά τους δεν υπάρχει η ζήλια κι η κακία.

Μόλις μπει στο σπίτι με το δεξί πόδι, ώστε ο καινούργιος χρόνος να τα φέρει όλα δεξιά και καλότυχα, τον βάζουν να πατήσει ένα σίδερο για να είναι όλοι σιδερένιοι και γεροί μέσα στο σπίτι στη διάρκεια του νέου χρόνου.

Η νοικοκυρά φιλεύει τον άνθρωπο που κάνει ποδαρικό για το καλό του χρόνου. Συνήθως του δίνει μήλα ή καρύδια και μια κουταλιά γλυκό κυδώνι ή ότι άλλο γλυκό έχει φτιάξει για τις γιορτές. Αν ανήμερα της Πρωτοχρονιάς έχει λιακάδα, πιστεύουν πως ο καιρός θα είναι ο ίδιος σαράντα μέρες.

Λένε: “Τ’ άλιασε η αρκούδα τα αρκουδάκια της, δε θα ‘χουμε χειμώνα βαρύ”.

Αν όμως ο καιρός είναι άσχημος την Πρωτοχρονιά θα συμβεί το αντίθετο, δηλαδή σαράντα μέρες θα έχουμε βαρυχειμωνιά.

Το έθιμο αυτό είναι πολύ παλιό. Υπήρχε στους αρχαίους Έλληνες, τους Ρωμαίους αλλά και τους Ιουδαίους. Οι βυζαντινοί ονόμαζαν τους τυχερούς ανθρώπους «καλόποδες» και τους έβαζαν στο σπιτικό τους την Πρωτοχρονιά.

Στις αγροτικές περιοχές της πατρίδας μας το ποδαρικό συνδέθηκε με την καλή σοδειά και την ευκαρπία της γης. Σε μερικά χωριά (Ρούμελη) ο καλοπόδαρος σκόρπιζε και ρύζι για να ριζώσει το καλό. Η συνήθεια αυτή συναντάται και σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως για παράδειγμα στην Αγγλία.

Οι πατέρες στο Βυζάντιο κατέκριναν το έθιμο αυτό, και ιδιαίτερα ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου.

Το ποδαρικό σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας

Σε πολλά μέρη της Ελλάδας μας το ποδαρικό το κάνει ο ίδιος ο νοικοκύρης ή ο πρωτότοκος γιος ή ένα τυχερό παιδί.

Κρήτη: Το πρωί της Πρωτοχρονιάς κάθε μέλος της οικογένειας βγαίνει έξω, παίρνει μια πέτρα και τη βάζει μέσα στο σπίτι και αφού κάτσει πάνω σ’ αυτή λέει μια ευχή κάνοντας το σταυρό του και λέγοντας:

«Κλου-κλου στα ορνίθια μας, καλοχρονιά στο σπίτι μας,
αρνιά και ρίφια θηλυκά και κοπέλια αρσενικά.»

Μετά οι γονείς κάνουν τη καλή χέρα στα παιδιά. Το ίδιο κάνει και κάθε επισκέπτης, επαναλαμβάνοντας το παραπάνω δίστιχο ή λέγοντας «Σιδερένιο και στέρεο το σπίτι σας» ή «Καλημέρα στην αφεντιά σας καλή Αγία Αρχιμηνιά. Όσο βάρος έχει τούτη εδώ η πέτρα, τόσο χρυσάφι να μπαίνει στο σπιτικό σας.»

Αμοργό: Το ποδαρικό το κάνει ένας του σπιτιού, καθώς γυρίζει από την εκκλησία
με ένα εικονισματάκι στο χέρι . Μπαίνει δύο βήματα στο σπίτι λέγοντας: «Μέσα καλό.» Γυρίζει πάλι δύο, τρία βήματα πίσω και ξαναλέει «Κι όξω το κακό.»

Τούτο το κάνει τρείς φορές. Ρίχνει έπειτα ένα ρόδι να σπάσει μέσα στο σπίτι. Κατόπιν βάζουν όλοι το δάχτυλο μέσα στο μέλι για να είναι γλυκιά η ζωή τους όλο το χρόνο, και αμέσως μετά βάζουνε και τρώνε καλούδια για χάρη του Άγιου Βασίλη.

Καστοριά: Στη περιοχή της Καστοριάς φωνάζουν ένα παιδί που έχει καλό ποδαρικό και το βάζουνε με την «τζουμάγια» (ξύλο με κόμπο κάτω) και ανακατώνει την φωτιά και λέει «Αρσενικά παιδιά, θηλυκά αρνιά.»

Κάρπαθο: Στην Κάρπαθο, του Αγίου Βασιλείου βάζουν άσπρο σκύλο πρωί-πρωί μες το σπίτι για το καλό και του δίνουνε να φάει μπακλαβά . Τούτο το κάνουν για να σκυλιάσει το σπίτι και να θεριέψουν οι άνθρωποί του.

Λήμνο: Στη Λήμνο, βάζουν στο τραπέζι ρόδι, για να’ ναι όπως το ρόδι γεμάτο. Βάζουν γλυκίσματα και μέλι απαραιτήτως καθώς και τηγανόπιτες. Έτσι όπως είναι το τραπέζι στολισμένο το αφήνουν όλη μέρα.

Κορώνη: Στην Κορώνη, του Αγίου Βασιλείου δεν σφάζουν κότα, γιατί η κότα , καθώς σκάβει το χώμα διώχνει τα καλά του σπιτιού κατά πίσω. Σφάζουν γουρούνι που τα σπρώχνει μπρος του, ή κατσίκι που τρώει όλα όσα του ρίχνουν.

Το Χριστουγεννιάτικο Ρόδι

Το Χριστουγεννιάτικο ΡόδιΆλλο ένα πανάρχαιο έθιμο του λαού μας είναι το «σπάσιμο του ροδιού». Το έθιμο αυτό ξεκίνησε από την Πελοπόννησο.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς , η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία , ντυμένοι όλοι με τα καλά τους ρούχα για να παρακολουθήσουν τη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και να υποδεχτούν το νέο χρόνο, καλό κι ευλογημένο. Στην επιστροφή, ο νοικοκύρης του σπιτιού έχει στην τσέπη του ένα λειτουργημένο ρόδι, που στην Μικρά Ασία το φιλούσαν στα εικονίσματα από τις 14 Σεπτέμβρη, δηλαδή τη μέρα του Σταυρού. Είναι αυτός που κάνει το ποδαρικό και σπάει το ρόδι. Πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας και να του ανοίξουν. Δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του. Έτσι είναι ο πρώτος που μπαίνει στο σπίτι για να κάνει το ποδαρικό με το ρόδι στο χέρι.

Μπαίνοντας μέσα , με το δεξί πόδι, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα για να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: «με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι , τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά.»

Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες να είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες , τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.

Άλλη ευχή που συνηθίζεται να λέγεται κατά το σπάσιμο του ροδιού είναι: «Όσο βαρύ είναι το ρόδι, τόσο βαρύ να είναι το πορτοφόλι μας, όσο γεμάτο καρπούς είναι το ρόδι, να είναι γεμάτο το σπίτι μας με καλά και όσο κόκκινο είναι το ρόδι, τόσο κόκκινη να είναι και η καρδιά μας!»

Στην Αράχωβα, μαζί με το ρόδι κρατούν κι ένα λιθάρι που το «ξαστρίζουν» αποβραδίς, δηλαδή τ’ αφήνουν τη νύχτα κάτω από τα άστρα. « Σαν το λιθάρι γεροί και σαν το ρόδι γεμάτοι» φωνάζουν πετώντας τα.

Η δύναμη του ροδιού πίστευαν στην αρχαία Ελλάδα πως ήταν οι κόκκοι του που είναι πολλοί και συμβολίζουν την αφθονία και τη γονιμότητα, αλλά και το χρώμα του που επειδή είναι κόκκινο πίστευαν ότι φέρνει καλή τύχη.

Όλα αυτά ξεκινούν από την ελληνική μυθολογία και προστάτιδες θεές της ροδιάς ήταν η θεά Ήρα και η Αφροδίτη. Η Ήρα ήταν θεά του γάμου και η Αφροδίτη του πάθους. Επομένως το ρόδι βοηθούσε στην οικογενειακή ευτυχία και τον έρωτα. Γι’ αυτό ακόμη και οι νεόνυμφοι σπάζουν το ρόδι στο κατώφλι του νέου σπιτιού τους, συνήθεια που κρατάει από τα ομηρικά χρόνια.